Γράφει ο Λάμπρος Παπαδής
Η τηλεοπτική συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στον Νίκο Χατζηνικολάου άνοιξε εκ νέου ένα από τα πιο ευαίσθητα και τραυματικά κεφάλαια της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας: το κλείσιμο των τραπεζών το 2015. Με μια διατύπωση που δεν πέρασε απαρατήρητη, ο πρώην πρωθυπουργός υποστήριξε ότι «μας τις κλείσανε», ενώ ταυτόχρονα αναγνώρισε ότι ίσως θα έπρεπε η κυβέρνηση να είχε κινηθεί διαφορετικά, ακόμη και να είχε προχωρήσει η ίδια σε έγκαιρο κλείσιμο των τραπεζών, ώστε να διαχειριστεί τους όρους της σύγκρουσης.
Η τοποθέτηση αυτή, πέρα από το προφανές πολιτικό της βάρος, ανοίγει και ένα δεύτερο, βαθύτερο πεδίο: αυτό της πολιτικής μνήμης και της αξιοποίησης στοιχείων που ήδη υπάρχουν στον δημόσιο διάλογο. Διότι όσα περιέγραψε ο Τσίπρας δεν αποτελούν μεμονωμένη ανάγνωση της ιστορίας. Αντιθέτως, έρχονται να συναντήσουν δύο εξαιρετικά κρίσιμες παραδοχές από πρόσωπα που βρέθηκαν στον πυρήνα του συστήματος εξουσίας.
Από τη μία, η Μαρία Σπυράκη είχε περιγράψει δημόσια ότι το 2012 υπήρξε στην πράξη ένα «σιωπηλό bank run», με την Ελλάδα να τροφοδοτείται με μετρητά από το εξωτερικό, μέσω αεροπορικών αποστολών, ώστε να μη γίνει αντιληπτή η κατάρρευση. Από την άλλη, ο Παναγιώτης Πικραμμένος παραδέχθηκε ότι υπήρχε έτοιμο σχέδιο για κλείσιμο των τραπεζών αν η πολιτική αστάθεια συνεχιζόταν μετά τις εκλογές του 2012.
Οι τρεις αυτές δηλώσεις, αν ιδωθούν συνδυαστικά, συνθέτουν ένα εντελώς διαφορετικό αφήγημα από εκείνο που κυριάρχησε τα προηγούμενα χρόνια. Δείχνουν ότι η απειλή κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος δεν ήταν προϊόν μιας στιγμιαίας πολιτικής επιλογής το 2015, αλλά μια διαρκής, υπόγεια πραγματικότητα ήδη από το 2012. Και αυτό, πολιτικά, έχει τεράστια σημασία.
Εδώ όμως αναδεικνύεται και το κρίσιμο έλλειμμα. Για να αποκτήσει πολιτική ισχύ ένα τέτοιο επιχείρημα, δεν αρκεί η αποσπασματική του διατύπωση από τον ίδιο τον Τσίπρα. Απαιτείται ένα συνεκτικό, τεκμηριωμένο αφήγημα που να εντάσσει αυτές τις δηλώσεις σε μια ευρύτερη στρατηγική πολιτικής αντιπαράθεσης. Απαιτείται, με άλλα λόγια, ένα στενό επιτελείο που να διαθέτει μνήμη, μεθοδικότητα και την ικανότητα να «σκαλίζει» το παρελθόν για να οπλίζει το παρόν.
Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα. Αντί να συγκροτείται μια τέτοια πολιτική εργαλειοθήκη, οι πιο στενοί συνεργάτες του πρώην πρωθυπουργού φαίνεται να αναλώνονται σε έναν εσωστρεφή κύκλο συζητήσεων: πότε και πώς θα διαλυθούν ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Αριστερά, ποιος θα ηγηθεί, ποια μορφή θα πάρει ο νέος φορέας. Πρόκειται για μια συζήτηση που, όσο κι αν έχει τη σημασία της, μοιάζει αποκομμένη από την πραγματική πολιτική μάχη.
Διότι η πολιτική δεν κερδίζεται με οργανωτικά σενάρια, αλλά με επιχειρήματα, αφηγήματα και την ικανότητα να αναδεικνύεις τις αντιφάσεις του αντιπάλου. Και σε αυτό το πεδίο, οι δηλώσεις Σπυράκη και Πικραμμένου θα μπορούσαν να αποτελούν ήδη βασικά «πυρομαχικά» στην επιχειρηματολογία του Τσίπρα για το 2015.
Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο τι είπε ο Τσίπρας. Είναι γιατί το περιβάλλον του δεν έχει ακόμη καταφέρει να μετατρέψει αυτές τις παραδοχές σε συγκροτημένο πολιτικό όπλο. Και αν αυτό δεν αλλάξει, τότε καμία νέα αρχή –όποια μορφή κι αν πάρει– δεν θα έχει το βάθος και τη δυναμική που απαιτεί η συγκυρία.





