Γράφει ο Λάμπρος Παπαδής
Η συζήτηση περί πολιτικής επανεμφάνισης του Αλέξη Τσίπρα, με ορίζοντα τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα έως τον Σεπτέμβριο, δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από το πρόσφατο παρελθόν. Αντίθετα, η ιστορική εμπειρία της αντίστοιχης κίνησης του Γιώργου Παπανδρέου το 2015, με την ίδρυση του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών (Κι.Δη.Σο), προσφέρει ένα εξαιρετικά διδακτικό –και ταυτόχρονα προειδοποιητικό– παράδειγμα.
Ο πρώτος βασικός άξονας σύγκρισης αφορά τη χρονική συγκυρία. Ο Παπανδρέου, μόλις τρία χρόνια μετά την αποχώρησή του από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και την πρωθυπουργία, επιχείρησε να επιστρέψει με έναν νέο φορέα, κουβαλώντας όμως το βάρος της περιόδου του 2010: το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το πρώτο μνημόνιο, την εκτίναξη του χρέους. Αντίστοιχα, ο Τσίπρας επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τον πολιτικό του ρόλο λιγότερο από μια δεκαετία μετά το 2015 – μια χρονιά που εξακολουθεί να στοιχειώνει τον δημόσιο διάλογο.
Δεύτερος άξονας: η διαρκής επιστροφή στο «τραύμα» της διακυβέρνησης. Ο Παπανδρέου το 2014 και μέχρι τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, κλήθηκε να δώσει αμέτρητες συνεντεύξεις για την είσοδο της χώρας στο ΔΝΤ, να υπερασπιστεί τις επιλογές του και να αναμετρηθεί με την κοινωνική δυσαρέσκεια. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται σήμερα για τον Τσίπρα. Στην πρόσφατη τηλεοπτική του εμφάνιση στον Νίκο Χατζηνικολάου, βρέθηκε ξανά αντιμέτωπος με τα ίδια ερωτήματα: το 2015, το δημοψήφισμα, τα capital controls, το τρίτο μνημόνιο. Όπως τότε ο Παπανδρέου, έτσι και ο Τσίπρας φαίνεται εγκλωβισμένος σε έναν κύκλο αναδρομικής απολογίας που υπονομεύει την προσπάθεια πολιτικής επανεκκίνησης.
Τρίτος και καθοριστικός άξονας: η κοινωνική απήχηση και η πολιτική κόπωση. Το Κι.Δη.Σο κατέγραψε εκλογική αποτυχία, καθώς δεν κατάφερε να πείσει ότι συνιστά κάτι ουσιαστικά νέο. Η ταύτιση με το παρελθόν ήταν ισχυρότερη από την υπόσχεση ανανέωσης. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον Τσίπρα. Αν ο νέος φορέας εκληφθεί ως «ανακύκλωση» προσώπων και πρακτικών της περιόδου διακυβέρνησής του, τότε η πολιτική του επανεμφάνιση κινδυνεύει να έχει την ίδια κατάληξη.
Υπάρχει, τέλος, και ένας τέταρτος, πιο βαθύς άξονας: το ζήτημα της πολιτικής αξιοπιστίας. Ο Παπανδρέου δεν κατάφερε ποτέ να αποτινάξει πλήρως την ευθύνη για την είσοδο της χώρας στην κρίση. Αντίστοιχα, ο Τσίπρας καλείται να απαντήσει όχι μόνο στο «τι έγινε το 2015», αλλά κυρίως στο «τι έμαθε από αυτό».
Το συμπέρασμα είναι σαφές: ο Τσίπρας βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Αν επιλέξει να κινηθεί με τα ίδια πρόσωπα, τις ίδιες λογικές και τις ίδιες αμυντικές απαντήσεις, τότε διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να μετατραπεί σε έναν «Παπανδρέου της Αριστεράς» – έναν πρώην πρωθυπουργό που επιχειρεί επιστροφή, αλλά παραμένει δέσμιος του παρελθόντος του. Αν, αντίθετα, προχωρήσει σε βαθιά ανανέωση του επιτελείου του και σε ουσιαστική αλλαγή στρατηγικής, τότε ίσως καταφέρει να σπάσει αυτόν τον φαύλο κύκλο.
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά. Προσφέρει όμως προειδοποιήσεις. Και στην προκειμένη περίπτωση, η προειδοποίηση είναι εκκωφαντική.





