Γράφει ο Λάμπρος Παπαδής
Το φως της Ανάστασης υποτίθεται πως συμβολίζει την ελπίδα, την ισότητα και τη νίκη της ζωής απέναντι στο σκοτάδι. Όμως, για ακόμη μία χρονιά, η ελληνική περιφέρεια βίωσε μια Ανάσταση… πολλών ταχυτήτων. Σε δεκάδες χωριά, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, το «Χριστός Ανέστη» ακούστηκε στις 7 το απόγευμα ή στις 9 το βράδυ, πολύ πριν το παραδοσιακό και βαθιά συμβολικό μεσονύκτιο. Όχι από επιλογή, αλλά από ανάγκη.
Η πραγματικότητα είναι σκληρή: οι ιερείς λιγοστεύουν, οι ενορίες μαραζώνουν και οι κάτοικοι καλούνται να προσαρμοστούν σε μια πρόχειρη, σχεδόν διοικητική διαχείριση του πιο ιερού μυστηρίου της Ορθοδοξίας. Ένας παπάς για τρία και τέσσερα χωριά, να τρέχει από εκκλησία σε εκκλησία, λες και η Ανάσταση είναι ένα δρομολόγιο που πρέπει απλώς να «βγει». Και όσοι δεν προλάβουν; Ας πάνε στην πόλη.
Την ίδια στιγμή, στα μεγάλα αστικά κέντρα, η εικόνα ήταν σχεδόν προκλητική. Μητροπολιτικοί ναοί γεμάτοι φως, λαμπρότητα και… υπεραφθονία. Αρχιερείς πλαισιωμένοι από πομπές ιερέων, διακόνων και ρασοφόρων, σε μια τελετουργία που θύμιζε περισσότερο βυζαντινή αυλή παρά μια σύγχρονη, ζωντανή εκκλησία που οφείλει να αγκαλιάζει όλους τους πιστούς ισότιμα.
Το ερώτημα είναι αμείλικτο: ποια Ανάσταση υπηρετείται τελικά; Αυτή των εντυπώσεων και της επίδειξης ή εκείνη της ουσίας και της κοινωνικής συνοχής; Διότι όταν το τελευταίο χωριό της χώρας αναγκάζεται να «προσαρμόσει» το ίδιο το μυστήριο, τότε κάτι βαθύτερο έχει ήδη χαθεί.
Η Εκκλησία δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους κέντρου και περιφέρειας, πολυτέλειας και εγκατάλειψης. Αν το αναστάσιμο μήνυμα δεν φτάνει παντού με την ίδια δύναμη, τότε δεν πρόκειται για Ανάσταση, αλλά για μια άνιση αναπαράσταση της.
Και όπως φέρεται να είπε ο Ιησούς Χριστός: «Ὅπου γάρ εἰσιν δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν».
Το ερώτημα είναι: υπάρχει ακόμη αυτό το «ἐν μέσῳ» για όλους;






