Κάθε χρόνο, στις 7 Απριλίου, η διεθνής κοινότητα στρέφει το βλέμμα της στην Παγκόσμια Ημέρα Υγείας, μια ημέρα που υπενθυμίζει με τον πιο σαφή τρόπο ότι η υγεία δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναφαίρετο ανθρώπινο δικαίωμα.
Η συγκεκριμένη ημέρα συνδέεται ιστορικά με την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας το 1948 και έχει καθιερωθεί ως αφορμή για να αναδεικνύονται μείζονα ζητήματα δημόσιας υγείας, αλλά και η ανάγκη να εξασφαλιστεί ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών σε ποιοτικές υπηρεσίες φροντίδας και περίθαλψης.
Για το 2026, το βασικό μήνυμα της Παγκόσμιας Ημέρας Υγείας είναι «Μαζί για την Υγεία. Με την επιστήμη», με έμφαση στον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν τόσο η επιστημονική γνώση όσο και η διεθνής συνεργασία απέναντι στις σύγχρονες απειλές. Στο επίκεντρο τίθεται η φιλοσοφία της One Health, δηλαδή της «Ενιαίας Υγείας», που αντιμετωπίζει ως αλληλένδετους κρίκους την υγεία των ανθρώπων, των ζώων και του φυσικού περιβάλλοντος, προωθώντας μια πιο ολοκληρωμένη και προληπτική στρατηγική απέναντι στους κινδύνους.
Σε μια εποχή όπου τα προβλήματα υγείας γίνονται όλο και πιο σύνθετα, ο ΠΟΥ απευθύνει κάλεσμα για στήριξη της επιστήμης, με αξιοποίηση τεκμηριωμένων δεδομένων και έμφαση σε αξιόπιστες οδηγίες και πρακτικές.
Την ώρα, όμως, που η διεθνής κοινότητα συζητά τις μεγάλες υγειονομικές προκλήσεις, η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει και ένα σοβαρό εσωτερικό πρόβλημα: τη συνεχή αποχώρηση νέων γιατρών προς το εξωτερικό. Με βάση τα στοιχεία του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, στο διάστημα 2020-2025 περισσότεροι από 5.400 γιατροί αναζήτησαν επαγγελματική διέξοδο εκτός συνόρων.
Όπως υπογραμμίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος του ΙΣΑ Γιώργος Πατούλης, η απώλεια πολύτιμου επιστημονικού προσωπικού αποτελεί ευθεία απειλή για τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας, καθώς επιβαρύνει ακόμα περισσότερο τα ήδη ορατά κενά και θέτει υπό αμφισβήτηση τη μελλοντική επάρκειά του.
«Η μαζική μετανάστευση των νέων ιατρών αποτελεί μία από τις πιο σοβαρές προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα το σύστημα υγείας της χώρας. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δεν είναι απλώς αριθμητικό είναι βαθιά ποιοτικό και στρατηγικό, καθώς η Ελλάδα χάνει το πιο δυναμικό, επιστημονικά καταρτισμένο και ελπιδοφόρο κομμάτι του ιατρικού της δυναμικού», τονίζει ο κ. Πατούλης.
Τα στοιχεία που παρουσιάζει ο ΙΣΑ αποτυπώνουν μια σταθερά ανησυχητική εικόνα. Το 2020 συνολικά 901 γιατροί έφυγαν από την Ελλάδα, από τους οποίους 347 ήταν ανειδίκευτοι και 554 ειδικευμένοι. Πρώτη επιλογή αποτέλεσε η Αγγλία, την οποία προτίμησαν 428 γιατροί, ενώ ακολούθησε η Κύπρος με 162.
Παρόμοια ήταν η κατάσταση και το 2021, όταν 866 γιατροί αναζήτησαν επαγγελματικό μέλλον στο εξωτερικό. Από αυτούς, 314 ήταν ανειδίκευτοι και 552 ειδικευμένοι. Και εκείνη τη χρονιά η Αγγλία βρέθηκε στην κορυφή των επιλογών με 379 γιατρούς, ενώ η Κύπρος ακολούθησε με 160.
Το 2022 ο αριθμός των γιατρών που έφυγαν ανήλθε σε 808. Οι 304 ήταν ανειδίκευτοι και οι 504 ειδικευμένοι. Η Αγγλία παρέμεινε ο βασικός προορισμός, προσελκύοντας 288 γιατρούς, ενώ ακολούθησαν η Γαλλία με 61, η Γερμανία με 54 και η Ελβετία με 50.
Η ίδια τάση συνεχίστηκε και το 2023, όταν άλλοι 808 γιατροί εγκατέλειψαν τη χώρα. Οι 283 ήταν ανειδίκευτοι και οι 525 ειδικευμένοι. Και πάλι, η Αγγλία ήταν η πρώτη επιλογή με 288 γιατρούς, ενώ δεύτερη ήρθε η Κύπρος με 97.
Ακόμη μεγαλύτερη επιδείνωση παρατηρήθηκε το 2024. Εκείνη τη χρονιά ο ΙΣΑ εξέδωσε 1.047 πιστοποιητικά γιατρών για εργασία στο εξωτερικό, εκ των οποίων 398 αφορούσαν ανειδίκευτους και 649 ειδικευμένους. Η Αγγλία διατήρησε την πρώτη θέση με 274 γιατρούς, ενώ η Κύπρος ακολούθησε με 118.
Το 2025 καταγράφηκε μια μικρή υποχώρηση, χωρίς ωστόσο να αλλάζει η συνολική εικόνα. Συνολικά έφυγαν 968 γιατροί, από τους οποίους 384 ήταν ανειδίκευτοι και 584 ειδικευμένοι. Και πάλι η Αγγλία αποτέλεσε τον κύριο προορισμό με 319 γιατρούς, ενώ η Κύπρος ακολούθησε με 142.
Ο ίδιος ο πρόεδρος του ΙΣΑ αποδίδει αυτή τη συνεχιζόμενη φυγή σε συγκεκριμένες και βαθύτερες αιτίες.
«Οι νέοι γιατροί δεν φεύγουν τυχαία. Φεύγουν γιατί αναζητούν συνθήκες αξιοπρέπειας. Φεύγουν γιατί θέλουν εκπαίδευση υψηλού επιπέδου. Φεύγουν γιατί σε άλλες χώρες της Ευρώπης και όχι μόνο, βρίσκουν οργανωμένα συστήματα, σαφή επαγγελματική προοπτική και αμοιβές που ανταποκρίνονται στην επιστημονική τους αξία.
Η αλήθεια είναι σκληρή: αν δεν δημιουργήσουμε ένα σύγχρονο, ανταγωνιστικό περιβάλλον, δεν θα μπορέσουμε να συγκρατήσουμε τους νέους επιστήμονες. Και τότε, το πρόβλημα δεν θα αφορά μόνο το ιατρικό σώμα θα αφορά την ίδια τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας», τονίζει ο Γιώργος Πατούλης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ανάσχεση του φαινομένου δεν μπορεί να προκύψει μέσα από γενικόλογες διακηρύξεις, αλλά απαιτεί στοχευμένο σχέδιο με σαφή μέτρα.
«Η αντιστροφή του brain drain δεν μπορεί να γίνει με ευχολόγια. Απαιτεί συγκεκριμένες, στοχευμένες πολιτικές», σημειώνει ο πρόεδρος του ΙΣΑ και προτείνει:
-Αξιοπρεπείς αμοιβές, προσαρμοσμένες στα διεθνή δεδομένα, ώστε η παραμονή στη χώρα να είναι πραγματική επιλογή και όχι αναγκαστική θυσία
-Σύγχρονο και οργανωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, με πλήρη εφαρμογή των rotations και συνεχή αξιολόγηση
-Διεθνείς συνεργασίες, με αδελφοποιήσεις με πανεπιστήμια και ιατρικούς φορείς της Ευρώπης και της Αμερικής, ώστε οι νέοι γιατροί να αποκτούν εμπειρία και εξωστρέφεια
-Σταθερό επαγγελματικό περιβάλλον, χωρίς διαρκείς οικονομικές επιβαρύνσεις και αβεβαιότητα
-Προοπτικές εξέλιξης, που θα συνδέονται με την επιστημονική πρόοδο και όχι με τη συγκυρία
Ο κ. Πατούλης σημειώνει ότι «το σύνολο του ΕΣΥ οφείλει να τεθεί στην υπηρεσία της εκπαίδευσης των νέων γιατρών. Όχι αποσπασματικά, αλλά με στρατηγικό σχεδιασμό».
Ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών έχει ήδη θέσει επανειλημμένα το ζήτημα ενώπιον της πολιτικής ηγεσίας, παρουσιάζοντας συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες θέσεις.
Διεκδικεί «την ουσιαστική ενίσχυση των αμοιβών των ιατρών του ΕΣΥ, τονίζοντας ότι τα μέχρι σήμερα μέτρα είναι θετικά αλλά ανεπαρκή. Τη δημιουργία νέων θέσεων ειδικευομένων και την ενίσχυση της εκπαίδευσης. Τη διαμόρφωση ενός πλαισίου που θα επιτρέπει στους γιατρούς να εργάζονται με αξιοπρέπεια, χωρίς εξουθενωτικά βάρη. Την κατάργηση στρεβλώσεων, όπως το clawback, που υπονομεύουν τη βιωσιμότητα του ιατρικού επαγγέλματος».
Παράλληλα, «έχουμε επισημάνει ότι η λύση δεν μπορεί να είναι η “διέξοδος” των γιατρών εκτός συστήματος για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους. Η λύση είναι ένα ισχυρό δημόσιο σύστημα που θα στέκεται στα πόδια του», υπογραμμίζει η πρόεδρος του ΙΣΑ.
Την ίδια ώρα, ο Γιώργος Πατούλης επισημαίνει ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα ουσιαστικό πλεονέκτημα, το υψηλού επιπέδου ιατρικό της προσωπικό, το οποίο θα μπορούσε να μετατραπεί σε εφαλτήριο για μια νέα στρατηγική ανάπτυξης.
«Ο ΙΣΑ επενδύει συστηματικά στην ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού, με στόχο η Ελλάδα να εξελιχθεί σε έναν διεθνή προορισμό υγείας. Αυτό δεν είναι απλώς ένα αναπτυξιακό μοντέλο είναι μια στρατηγική επιλογή για να μετατρέψουμε το brain drain σε brain gain», τονίζει.
Κατά τον ίδιο, για να μπορέσει αυτή η προοπτική να γίνει πράξη, απαιτούνται υπηρεσίες υψηλής ποιότητας, καλύτερη οργάνωση, διασύνδεση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, αλλά και ένα ανθρώπινο δυναμικό που θα παραμένει, θα ενισχύεται και θα εξελίσσεται εντός της χώρας.
Κλείνοντας, ο κ. Πατούλης επιμένει ότι η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να αλλάξει πορεία και να μετατραπεί από χώρα απώλειας επιστημόνων σε χώρα προσέλκυσης και επιστροφής τους.
«Η Ελλάδα μπορεί να γίνει χώρα υποδοχής επιστημόνων και όχι χώρα εξαγωγής. Μπορεί να μετατρέψει την απώλεια σε ευκαιρία. Όμως αυτό προϋποθέτει πολιτική βούληση, συνέπεια και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Οι νέοι γιατροί δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν το αυτονόητο: να μπορούν να ζουν, να εργάζονται και να εξελίσσονται με αξιοπρέπεια στον τόπο τους.
Ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών θα συνεχίσει να δίνει τη μάχη προς αυτή την κατεύθυνση με στόχο ένα σύστημα υγείας που δεν θα χάνει τους ανθρώπους του, αλλά θα τους κρατά και θα τους φέρνει πίσω».






