Γράφει ο Λάμπρος Παπαδής
Η εικόνα που παρουσιάζει για ακόμη μία φορά το επιτελικό κράτος στον τομέα των ψηφιακών υπηρεσιών θυμίζει περισσότερο πρόχειρη κατασκευή παρά σύγχρονο διοικητικό εργαλείο. Το περιβόητο fuel pass, που υποτίθεται θα ανακούφιζε τους πολίτες από το κόστος των καυσίμων, κατέληξε να γίνει άλλο ένα επεισόδιο ταλαιπωρίας, εκνευρισμού και τεχνικής κατάρρευσης.
Η πλατφόρμα «έπεσε» σχεδόν από την πρώτη στιγμή. Χιλιάδες πολίτες εγκλωβίστηκαν σε μια διαδικασία που απαιτούσε υπομονή, επαναλαμβανόμενες προσπάθειες και –κυρίως– ανοχή στην ανεπάρκεια. Το σύστημα δεν άντεξε τον όγκο των αιτήσεων, οι κωδικοί καθυστερούσαν, οι διασταυρώσεις «κόλλαγαν» και το κράτος εμφανίστηκε για ακόμη μία φορά κατώτερο των περιστάσεων. Η περιβόητη ψηφιακή μετάβαση αποδείχθηκε, στην πράξη, μια βιτρίνα χωρίς βάθος.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι καινούργιο. Οι πολίτες έχουν ζήσει ξανά το ίδιο έργο με τις πλατφόρμες του κοινωνικού μερίσματος. Τότε, όπως και τώρα, τα συστήματα κατέρρεαν υπό το βάρος της ζήτησης, οι διαδικασίες ήταν ασαφείς, και οι δικαιούχοι έπρεπε να «παλέψουν» με ένα ψηφιακό λαβύρινθο για να λάβουν κάτι που θεωρητικά τους ανήκε. Η επανάληψη του ίδιου φαινομένου αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται για ατυχία, αλλά για δομική ανεπάρκεια.
Και εδώ αρχίζει η πραγματική αντίφαση. Την ώρα που οι απλοί πολίτες αδυνατούσαν να ολοκληρώσουν μια αίτηση χωρίς τεχνικά εμπόδια, οι αποκαλύψεις για τον ΟΠΕΚΕΠΕ είχαν ήδη δείξει ένα εντελώς διαφορετικό «ψηφιακό κράτος». Εκεί, οι διαδικασίες φέρονταν να λειτουργούσαν με… θαυμαστή ευελιξία. Οι διάλογοι που είχαν δει το φως της δημοσιότητας αποκάλυπταν ένα σύστημα όπου οι έλεγχοι προσαρμόζονταν, οι κανόνες παρακάμπτονταν και οι «διευκολύνσεις» δίνονταν απλόχερα.
Η αναφορά στο περιβόητο «Χερατά» του Κώστα Σκρέκα και άλλων εμπλεκομένων δεν αποτελούσε απλώς μια γραφική λεπτομέρεια. Ήταν η συμπύκνωση μιας νοοτροπίας που είχε αποκαλυφθεί. Από τη μία, πολίτες που πάλευαν με κατεστραμμένες πλατφόρμες για λίγα ευρώ επιδότησης. Από την άλλη, ένα σύστημα που –όπως προέκυπτε τότε– μπορούσε να λειτουργήσει άψογα όταν επρόκειτο για εξυπηρετήσεις και αδιαφανείς διαδικασίες.
Η σύγκριση είναι αμείλικτη. Δεν επρόκειτο για απλό τεχνικό πρόβλημα. Ήταν πολιτική επιλογή. Η ψηφιακή ανεπάρκεια δεν ήταν ουδέτερη· έπληττε τους πολλούς και προστάτευε τους λίγους. Το fuel pass δεν είναι απλώς μια αποτυχημένη πλατφόρμα. Είναι η απόδειξη ότι το «ψηφιακό κράτος» λειτουργεί επιλεκτικά.
Και τελικά, το ερώτημα παραμένει: επρόκειτο για ανικανότητα ή για συνειδητή προτεραιοποίηση; Γιατί όταν το σύστημα ήθελε, μπορούσε να λειτουργήσει. Το ζήτημα ήταν –και παραμένει– για ποιον.






