Το νέο επεισόδιο στο σίριαλ της περιβόητης «αριστείας» δεν είναι απλώς μια πολιτική αβλεψία. Είναι μια ακόμη αποκαλυπτική στιγμή για το πώς αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη τα περί προσόντων: ως κάτι σχετικό, ευέλικτο και –κυρίως– προσαρμόσιμο στις ανάγκες της εξουσίας.
Η υπόθεση του Μακάριου Λαζαρίδη δεν αφορά απλώς ένα «μπέρδεμα» γύρω από ένα πτυχίο. Αφορά τη συνολική εικόνα μιας κυβέρνησης που επένδυσε επικοινωνιακά στο αφήγημα των «αρίστων», για να καταλήξει να το αποδομεί η ίδια, με εντυπωσιακή συνέπεια.
Διότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με ένα προσωπικό ζήτημα. Έχουμε να κάνουμε με μια κραυγαλέα αντίφαση. Από τη μία, ένα κράτος που εξαντλεί την αυστηρότητά του στους πολίτες: πιστοποιητικά, μόρια, εξετάσεις, διαγωνισμοί για μια θέση χαμηλών απολαβών. Από την άλλη, μια πολιτική ελίτ που φαίνεται να λειτουργεί με διαφορετικούς κανόνες – πιο χαλαρούς, πιο βολικούς, σχεδόν… προαιρετικούς.
Και κάπου εδώ γεννιέται η εύλογη απορία: τελικά, τι σημαίνει «αριστεία»; Είναι οι σπουδές, η κατάρτιση, η διαφάνεια; Ή μήπως είναι απλώς η κομματική εγγύτητα και η πολιτική νομιμοφροσύνη;
Η ειρωνεία είναι σχεδόν προκλητική. Εκείνοι που για χρόνια κουνούσαν το δάχτυλο περί «μετριότητας» και «έλλειψης αξιολόγησης», βρίσκονται τώρα εκτεθειμένοι σε μια υπόθεση που μοιάζει να ακυρώνει το ίδιο τους το αφήγημα. Όχι με λόγια, αλλά με πράξεις.
Η υπόθεση Λαζαρίδη δεν είναι απλώς ένα επικοινωνιακό πλήγμα. Είναι καθρέφτης. Και μέσα σε αυτόν, η εικόνα της «αριστείας» δείχνει όλο και πιο θολή. Γιατί, τελικά, στην Ελλάδα του σήμερα, κάποιοι κρίνονται με αυστηρά κριτήρια. Και κάποιοι… με πολιτικά μέτρα.
Λάμπρος Παπαδής






