Η Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, σε σύμπραξη με το MOMUS – Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης – Συλλογή Κωστάκη, παρουσιάζει την επετειακή έκθεση «Ο Κόσμος της Πρωτοπορίας. Πόλη, Φύση, Σύμπαν, Άνθρωπος», τιμώντας τη συμπλήρωση τριών δεκαετιών από την πρώτη μεγάλη εμφάνιση της Συλλογής Κωστάκη στον ελληνικό χώρο.
Η νέα αυτή παρουσίαση στην Εθνική Πινακοθήκη προσεγγίζει εκ νέου τη Συλλογή Κωστάκη μέσα από έναν σύγχρονο θεματικό άξονα: τη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον του. Πρόκειται για ένα ζήτημα που απασχόλησε βαθιά τη ρωσική καλλιτεχνική πρωτοπορία κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και αποτέλεσε βασικό πεδίο αισθητικής και ιδεολογικής αναζήτησης. Μέσα από τρεις κύριες ενότητες και με επιλογή έργων από τη Συλλογή και το αρχείο Κωστάκη, η έκθεση αναδεικνύει την πορεία από την παράδοση προς το πείραμα, από την καθιερωμένη μορφή προς την ουτοπική σύλληψη, σε μια εποχή όπου η τέχνη συνομιλεί διαρκώς με τις πολιτικές, ιδεολογικές και αισθητικές μετατοπίσεις.
Οι τρεις βασικές θεματικές, «Πόλη», «Φύση» και «Σύμπαν», εστιάζουν στη σύνδεση του ανθρώπου με τον δομημένο χώρο, με τον φυσικό κόσμο και με το άγνωστο, αχαρτογράφητο πεδίο του διαστήματος. Μέσα από αυτές τις ενότητες φωτίζονται οι αναζητήσεις της ρωσικής πρωτοπορίας, εκεί όπου η καλλιτεχνική τόλμη συναντά την τεχνολογική εξέλιξη και το όραμα μιας νέας πραγματικότητας.
Στην ενότητα «Πόλη» παρουσιάζονται έργα που σχετίζονται με νέες αντιλήψεις γύρω από την οργάνωση του χώρου και των χρηστικών αντικειμένων. Στο επίκεντρο τίθενται η καθαρότητα της μορφής και η λιτή, ουσιαστική χρήση των υλικών. Η έλευση της νεωτερικότητας μεταβάλλει τα αισθητικά κριτήρια, ενώ η τεχνολογική πρόοδος επηρεάζει άμεσα την καθημερινή ζωή. Στο πλαίσιο του Κονστρουκτιβισμού διαμορφώνονται νέες αντιλήψεις για την αρχιτεκτονική, τη γραφιστική, το βιομηχανικό σχέδιο, την ενδυμασία και τη λειτουργικότητα, επηρεάζοντας ταυτόχρονα και τις κοινωνικές σχέσεις, ακόμη και τις σχέσεις ανάμεσα στα φύλα.
Η ενότητα «Φύση» φέρνει στο προσκήνιο έργα που αποτυπώνουν τη διαρκή κίνηση και τον αυτόνομο βιολογικό παλμό της οργανικής ύλης που περιβάλλει τον άνθρωπο. Από τη φύση ως δύναμη επιβλητική και συχνά κυρίαρχη πάνω στον άνθρωπο, έως τη φύση ως οργανικό και αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξης, οι καλλιτέχνες της Οργανικής Σχολής επιχείρησαν να επανεντάξουν το φυσικό στοιχείο στον πυρήνα της τέχνης. Μέσα από παρατήρηση και καλλιτεχνικά πειράματα επιδίωξαν να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται η εικόνα ενός φυσικού τοπίου ανάλογα με το φως, τη θερμοκρασία και τις περιβαλλοντικές συνθήκες, ενσωματώνοντας στην πρακτική τους την οργανική κίνηση αλλά και τον ήχο.
Στην ενότητα «Σύμπαν» περιλαμβάνονται έργα που συνομιλούν με τις ουτοπικές αναζητήσεις και τη φαντασιακή επιθυμία προσέγγισης «άλλων τόπων». Εδώ κυριαρχούν η ιδέα της διαστημικής εξερεύνησης, η απόδοση της κοσμικής ύλης και η δημιουργία νέων κοσμοαντιλήψεων, όπου το επιστημονικό στοιχείο συνυπάρχει με το οραματικό και το φαντασιακό. Η απόπειρα προσέγγισης του αθέατου και του απέραντου, όπως είναι ο άπειρος χώρος του σύμπαντος, αποκτά έντονη φιλοσοφική διάσταση και συνδέεται με κινήματα όπως ο Σουπρεματισμός και ο Κοσμισμός. Η συνάντηση αυτών των θεωρήσεων με την επιστήμη γεννά στην τέχνη συνθέσεις ιδιαίτερης έντασης και δυναμικής.
Η ενότητα «Άνθρωπος» λειτουργεί ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην Πόλη, τη Φύση και το Σύμπαν. Ο άνθρωπος τοποθετείται στον πυρήνα των επαναστατικών και ουτοπικών οραμάτων της ρωσικής πρωτοπορίας. Οι καλλιτεχνικοί πειραματισμοί δεν εξαντλούνται στην αναζήτηση των ορίων της ανθρώπινης δυνατότητας, αλλά επιχειρούν να τα επεκτείνουν, με στόχο τη βελτίωση της καθημερινότητας και τη διαμόρφωση νέων οριζόντων για το μέλλον. Μέσα από τα έργα της έκθεσης αναδεικνύεται η σύνδεση της τέχνης με τη συνείδηση, τη συλλογικότητα, την επιστήμη, αλλά και με την πνευματική και φιλοσοφική διερώτηση, προβάλλοντας τον άνθρωπο ως ενεργό δημιουργό και συμμέτοχο στη διαμόρφωση του κόσμου γύρω του.
Σχετικά με τον όρο «Ρωσική Πρωτοπορία»
Οι δημιουργοί που δραστηριοποιήθηκαν στη Ρωσική Αυτοκρατορία και αργότερα στη Σοβιετική Ένωση, από τις αρχές του 20ού αιώνα έως και τη δεκαετία του 1920, δεν χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι τον όρο «ρωσική πρωτοπορία» για να περιγράψουν τις καινοτομίες και τους πειραματισμούς τους. Η λέξη «αβανγκάρντ» χρησιμοποιήθηκε αρχικά με στρατιωτική σημασία, για να δηλώσει την εμπροσθοφυλακή.
Αργότερα, ο όρος συνδέθηκε με τις τέχνες, αρχικά στη Γαλλία των αρχών του 19ου αιώνα, και η χρήση του αποδίδεται στον Henri de Saint-Simon. Η φράση «ρωσική πρωτοπορία» εμφανίστηκε για πρώτη φορά, μάλιστα με ειρωνική διάθεση, από τον Ρώσο κριτικό Alexander Benois το 1910. Ωστόσο, καθιερώθηκε ευρύτερα αρκετές δεκαετίες αργότερα, κυρίως κατά τη δεκαετία του 1960, από δυτικούς ιστορικούς τέχνης που αναζητούσαν έναν ενιαίο όρο για να περιγράψουν τα καινοτόμα κινήματα, τις ομάδες και τους μεμονωμένους δημιουργούς που αναμόρφωσαν ριζικά την έννοια της αισθητικής, της φόρμας και της σχέσης της τέχνης με τη ζωή.
Ο όρος δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως στενά εθνικός προσδιορισμός. Πρόκειται κυρίως για μια γεωγραφική αναφορά, που βοηθά στην κατανόηση του γεγονότος ότι η Μόσχα και η Αγία Πετρούπολη αποτέλεσαν τόπους γόνιμης συνάντησης καλλιτεχνών από τη Ρωσία, τη Βαλτική, την Ουκρανία και τον Καύκασο. Εκεί αναπτύχθηκε ένας εξαιρετικά δημιουργικός και πολυφωνικός διάλογος γύρω από τις τέχνες, ο οποίος διακόπηκε βίαια στις αρχές της δεκαετίας του 1930 με την επιβολή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και τις διώξεις των καλλιτεχνών.
Η επίδραση αυτής της τέχνης, πάντως, δεν περιορίστηκε μόνο στα μεγάλα κέντρα. Κατά τη δεκαετία του 1920 επηρέασε δημιουργούς και σε άλλες πόλεις, όπως η Τιφλίδα, το Κίεβο, η Οδησσός, το Χάρκοβο, η Τασκένδη, το Ερεβάν και το Μπακού. Για τον λόγο αυτό είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται και ειδικότεροι όροι, όπως «ουκρανική πρωτοπορία», «γεωργιανή πρωτοπορία» ή «κεντροασιατική πρωτοπορία», πάντοτε όμως με την επίγνωση ότι το πρωτοποριακό αυτό καλλιτεχνικό πείραμα, στις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα στη Ρωσική Αυτοκρατορία και στη Σοβιετική Ένωση, είχε έντονα πολυεθνικό χαρακτήρα.






