Γράφει ο Λάμπρος Παπαδής
Το 2015, εν μέσω μιας βαθιάς μνημονιακής και κοινωνικής κρίσης, η νεολαία της ΟΝΝΕΔ επέλεξε να συμπυκνώσει σε ένα προεκλογικό σποτ όλη τη φιλοσοφία της Νέας Δημοκρατίας για το Δημόσιο. Πρωταγωνιστής, ένας χαρακτηριστικός τύπος: ο «Βασιλάκης». Ο δημόσιος υπάλληλος-καρικατούρα. Ο «τεμπέλης», ο «βολεμένος», ο «αριστερός» που δεν δουλεύει και εμποδίζει τη χώρα να προχωρήσει.
Το αφήγημα ήταν τόσο απλοϊκό όσο και στοχευμένο. Ένας πολίτης εγκλωβισμένος σε ένα δυσλειτουργικό κράτος, απέναντι σε έναν αδιάφορο υπάλληλο που συμβολίζει τα πάντα. Και στο τέλος, το μεγάλο ερώτημα-σύνθημα: «Τελικά ποια Ελλάδα θέλουμε ρε παιδιά;». Μια φράση που λειτουργούσε ως πολιτικό δίλημμα, αλλά στην ουσία ως μονοδιάστατη απάντηση: ή με την «αξιολόγηση» ή με τον «Βασιλάκη».
Δείτε το σχετικό σποτ της ΟΝΝΕΔ από το 2015:
Δεν ήταν απλώς ένα επικοινωνιακό τέχνασμα. Ήταν η αντανάκλαση μιας συγκεκριμένης πολιτικής στρατηγικής. Την ίδια περίοδο, ο τότε υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης στην κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά ήταν ο σημερινός πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος προωθούσε επιθετικά την αξιολόγηση, συνδέοντάς τη με διαθεσιμότητες και απολύσεις. Το σποτ της ΟΝΝΕΔ δεν ήταν παρά το επικοινωνιακό προανάκρουσμα αυτής της πολιτικής.
Δέκα χρόνια μετά, όμως, η ίδια αυτή ρητορική επιστρέφει ως πολιτικό μπούμερανγκ. Η υπόθεση του Μακάριου Λαζαρίδη, με τις σκιές γύρω από τα προσόντα του και την πορεία του εντός του κρατικού μηχανισμού, αναδεικνύει μια βαθιά αντίφαση. Εκεί όπου κάποτε κατασκευαζόταν ο «Βασιλάκης» ως εχθρός, σήμερα προκύπτουν ερωτήματα για το πώς και με ποια κριτήρια στελεχώνονται θέσεις εξουσίας.
Το ερώτημα του σποτ επιστρέφει, αλλά αυτή τη φορά με διαφορετικό περιεχόμενο. «Ποια Ελλάδα θέλουμε;» Μια Ελλάδα όπου η αξιολόγηση λειτουργεί ως εργαλείο στοχοποίησης των πολλών ή ως πραγματικός μηχανισμός διαφάνειας για όλους; Μια Ελλάδα όπου ο «Βασιλάκης» είναι απλώς ένα βολικό άλλοθι ή όπου η ευθύνη αγγίζει και εκείνους που διαχειρίζονται την εξουσία;

Το παλιό σποτ δεν είναι πια απλώς μια προεκλογική ανάμνηση. Είναι ένα πολιτικό ντοκουμέντο που αποκαλύπτει πώς χτίζονται αφηγήματα – και πώς καταρρέουν όταν έρχονται αντιμέτωπα με την πραγματικότητα.





