Ηλεκτροσόκ, και μάλιστα ισχυρό, αποτελούν οι τιμές ρεύματος για νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Τι λένε στην One Voice οι Γ. Λεχουρίτης, Ν. Κογιουμτσής, Διον. Ασημιάδης
Γράφει η Τέτα Τσετσέκου
Από μήνα σε μήνα οι λογαριασμοί ρεύματος μετατρέπονται σε εφιάλτη για τα ελληνικά νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Οι αυξήσεις στη χονδρική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος συνεχίζονται. Τον Οκτώβριο έκλεισε στα 112,25 ευρώ ανά MWh, καταγράφοντας άνοδο 26% σε σχέση με τον Σεπτέμβριο και 52% σε σύγκριση με τον Αύγουστο. Με την αγοραστική δύναμη των Ελλήνων να υπολείπεται κατά 30% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και με τιμές ρεύματος πολύ υψηλότερες από αυτές της Κεντρικής Ευρώπης, πώς μπορούν να τα βγάλουν πέρα νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις; «Η τιμή του ηλεκτρικού αυξάνεται συνεχώς και το βάρος πέφτει στους καταναλωτές. Κάθε αύξηση μετακυλίεται σε εμάς. Πόσο ακόμα να αντέξουμε;», δηλώνει στην One Voice ο πρόεδρος του ΙΝ.ΚΑ., Γιώργος Λεχουρίτης, μεταφέροντας την αγωνία των πολιτών. Από την πλευρά του, μιλώντας στην One Voice, ο αντιπρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Νίκος Κογιουμτσής και αντιπρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών σημειώνει: «Τα λειτουργικά κόστη των επιχειρήσεων έχουν αυξηθεί σημαντικά, έως και 40%, σύμφωνα με έρευνες του Επιμελητηρίου και άλλων φορέων. Μεγάλο μέρος αυτής της αύξησης οφείλεται στην άνοδο των ενοικίων και στις αυξήσεις του ηλεκτρικού ρεύματος».
«Παρά το γεγονός ότι η χώρα μας διαθέτει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ηλιοφάνειας στην Ευρώπη και σημαντικό αιολικό δυναμικό, η πραγματικότητα είναι ότι οι καταναλωτές πληρώνουν σαν να ζουν σε κράτος χωρίς ενεργειακούς πόρους», υποστηρίζει μιλώντας στην One Voice ο υπ. διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών Διονύσης Ασημιάδης.
Αύξηση έως 15% στα πράσινα τιμολόγια
Οι αναλυτές της αγοράς προβλέπουν ότι η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου θα αναγκάσει τους περισσότερους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας να αυξήσουν τα πράσινα τιμολόγιό τους το Σάββατο 1 Νοεμβρίου έως 15%. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να εντείνει την οικονομική πίεση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, που πλέον θα πρέπει να επανεξετάσουν την επιλογή του «χρώματος» του τιμολογίου τους.
Ο κ. Κογιουμτσής επισημαίνει: «Για κάθε συνάδελφο είναι πλέον ιδιαίτερα δύσκολο να εντοπίζει κάθε μήνα το πιο συμφέρον πρόγραμμα ηλεκτρικού ρεύματος. Περιμένουμε από την πολιτεία να παρέμβει ουσιαστικά. Έχουμε ήδη επισημάνει σε όλους τους αρμόδιους φορείς ότι πρέπει να εξεταστεί άμεσα το θέμα του κόστους του ηλεκτρικού ρεύματος».
Η κατάσταση είναι ακόμη πιο δύσκολη για τις πιο ενεργοβόρες επιχειρήσεις, όπως φούρνοι, ζαχαροπλαστεία και καταστήματα εστίασης. «Όπως μεταφέρουν συνάδελφοι, πλέον πληρώνουν δύο έως δυόμισι φορές περισσότερα απ’ ό,τι πριν από τέσσερα χρόνια. Η κατάσταση είναι πραγματικά κοστοβόρα και ασφυκτική», προσθέτει ο κ. Κογιουμτσής. Ήδη περίπου 1.500 φούρνοι σε όλη τη χώρα έχουν κλείσει, ενώ αρκετοί ακόμη του ίδιου κλάδου ετοιμάζονται να βάλουν λουκέτο.
Οργή πολιτών για ΔΕΔΔΗΕ
Οι πολίτες διαμαρτύρονται όχι μόνο για την ακρίβεια στο ηλεκτρικό ρεύμα, αλλά και για τη λειτουργία του ΔΕΔΔΗΕ. Ο πρόεδρος του ΙΝ.ΚΑ. δηλώνει: «Πέρα από την υψηλή τιμή του ρεύματος, οι πολίτες εκφράζουν σοβαρά παράπονα για τη λειτουργία του ΔΕΔΔΗΕ. Υπάλληλοι επισκέπτονται τα ρολόγια, ισχυριζόμενοι ότι έχουν παραβιαστεί οι σφραγίδες, επιβάλλοντας πρόσθετες χρεώσεις. Συχνά κατηγορούνται πολίτες για ρευματοκλοπή χωρίς αποδείξεις. Επιπλέον, ενώ είχε ανακοινωθεί μηνιαία καταγραφή της κατανάλωσης, αυτό δεν εφαρμόζεται. Το αποτέλεσμα είναι έλλειψη διαφάνειας και ελέγχου, ενώ οι εταιρείες ενέργειας φαίνεται να λειτουργούν ανεξέλεγκτα, αδιαφορώντας για τις συνεχείς καταγγελίες των πολιτών και του ΙΝ.ΚΑ.».
Γιατί είναι ακριβό το ρεύμα στην Ελλάδα
Η ηλεκτρική ενέργεια στην Ελλάδα παραμένει εξαιρετικά ακριβή, παρά τους εγχώριους ενεργειακούς πόρους, λόγω της εξάρτησης από το φυσικό αέριο και λανθασμένων πολιτικών δεκαετιών, τονίζει ο οικονομολόγος Διονύσης Ασημιάδης. «Η ενεργειακή εξάρτηση από το φυσικό αέριο, αποτέλεσμα επιλογών δεκαετιών και βιαστικής απολιγνιτοποίησης χωρίς επαρκείς εναλλακτικές, οδήγησε σε ευαλωτότητα στις διεθνείς ανατιμήσεις. Έτσι, όταν οι τιμές του φυσικού αερίου εκτοξεύτηκαν, το κόστος μεταφέρθηκε σχεδόν αυτόματα στον τελικό καταναλωτή, χωρίς ουσιαστική προστασία», εξηγεί.
Σημαντικό ρόλο στην ακρίβεια παίζουν και οι καθυστερήσεις στις επενδύσεις σε δίκτυα και συστήματα αποθήκευσης. «Οι διαχρονικές καθυστερήσεις στις επενδύσεις σε δίκτυα και συστήματα αποθήκευσης ενέργειας περιορίζουν την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών, ενώ τα υπερκέρδη στην αγορά ενέργειας κατά τη διάρκεια της κρίσης γεννούν εύλογες υποψίες για στρεβλώσεις και ανεπαρκή έλεγχο της αγοράς. Η ενέργεια αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα και όχι ως βασικό κοινωνικό αγαθό, με αποτέλεσμα οι πολίτες να πληρώνουν πανάκριβα για μια υπηρεσία ζωτική και αναγκαία. Οι επιδοτήσεις από το κράτος λειτουργούν ως προσωρινό “παυσίπονο”, καλύπτοντας εν μέρει το πρόβλημα αλλά μη αγγίζοντας τη ρίζα του: την ανάγκη για πραγματική ενεργειακή ανεξαρτησία, δίκαιη και διαφανή λειτουργία της αγοράς, και πολιτική βούληση για προστασία της κοινωνίας από την ενεργειακή αισχροκέρδεια», καταλήγει ο κ. Ασημιάδης.




































