Αν κρίνουμε από την κάλυψη των ελληνικών ΜΜΕ, θα πίστευε κανείς πως η Κίμπερλι Γκλιφόιλ είναι η Τέιλορ Σουίφτ και ότι η άφιξή της στην Αθήνα σηματοδοτεί κάποιο πολιτιστικό γεγονός παγκόσμιας εμβέλειας. Εικόνες, ρεπορτάζ, ενθουσιώδεις περιγραφές, λες και επρόκειτο για μια σταρ της ποπ και όχι για μια πολιτική φιγούρα γνωστή περισσότερο για τις κραυγές της στις προεκλογικές συγκεντρώσεις του Τραμπ και την τοξικότητα της δημόσιας παρουσίας της. Κι όμως, τα ελληνικά μέσα -πολλά από αυτά υποτίθεται «σοβαρά»- έσπευσαν να την καλωσορίσουν με θέρμη, σαν να ήρθε να ευλογήσει τη χώρα με την αμερικανική λάμψη της.
Το πιο θλιβερό όμως δεν είναι η υπερβολή. Είναι το πολιτισμικό ξεγύμνωμα που αποκαλύπτεται πίσω από αυτή την υπερπροβολή. Μια χώρα που παλεύει να ορίσει τι σημαίνει «σύγχρονη Ελλάδα» βλέπει να τη «συστήνουν» στη νέα πρέσβειρα των ΗΠΑ όχι μέσα από τον πολιτισμό, την ιστορία ή τις ιδέες της, αλλά μέσα από τα τραπέζια στα μπουζούκια και τα χαμόγελα με τον Κωνσταντίνο Αργυρό. Τίποτα εναντίον του Αργυρού — αντιθέτως, είναι ο μόνος που δεν φέρει καμία ευθύνη για αυτή την κακογουστιά. Όμως το γεγονός ότι η αμερικανική διπλωματία, για δεύτερη συνεχόμενη φορά (μετά τον περιβόητο Τσιούνη), επιλέγει να «δικτυωθεί» στα σκυλάδικα, λέει πολλά για το πώς μας βλέπουν. Και, δυστυχώς, φαίνεται πως δεν έχουν άδικο να μας θεωρούν εύκολο κοινό για εντυπωσιασμούς και φώτα νέον.
Όσο για την ίδια τη Γκλιφόιλ, ακόμη δεν μας έχει συστηθεί θεσμικά, αλλά ήδη την έχουμε γνωρίσει μέσα από τη λάθος πόρτα – αυτή του lifestyle και των φτηνών εντυπώσεων. Αντί να μας δείξει το πρόσωπο της διπλωμάτισσας, προτίμησε το πρόσωπο της τηλεπερσόνας. Και τα ελληνικά ΜΜΕ, πρόθυμα όπως πάντα, έστησαν γιορτή.
Σε μια χώρα που γονατίζει μπροστά σε κάθε «επώνυμο» που έρχεται απ’ έξω, το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι μας φτύνουν. Είναι ότι βγάζουμε τις ομπρέλες για να μη χαλάσει το μακιγιάζ.





































