Γράφει ο Λάμπρος Παπαδης
Η πρόσφατη τηλεοπτική συνετευξη του Αλέξη Τσίπρα δεν άφησε πολλά περιθώρια παρερμηνειών. Με καθαρό λόγο και χωρίς υπεκφυγές, έθεσε ένα σαφές πολιτικό πλαίσιο: όποιος θέλει να συμμετάσχει στο νέο εγχείρημα, το κάνει χωρίς «δίχτυ ασφαλείας».
Χωρίς βουλευτική καρέκλα. Χωρίς θεσμική ασφάλεια. Χωρίς προνομιακή αφετηρία.
Κι όμως, παρά τη σαφήνεια αυτής της γραμμής, παρατηρεί κανείς μια μάλλον αντιφατική εικόνα. Ορισμένοι Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ. δίνουν το «παρών» στις εκδηλώσεις, σπεύδουν να καταλάβουν την πρώτη σειρά, φροντίζουν να βρίσκονται μπροστά στους φακούς, να αποτυπωθούν σε selfies, σε βίντεο με χειροκροτήματα, να καταγράψουν πολιτική «παρουσία» στο νέο αφήγημα της «Ιθάκης».
Όμως, την ίδια στιγμή, δεν δείχνουν καμία διάθεση να εγκαταλείψουν τη βουλευτική τους έδρα. Και εδώ γεννάται το εύλογο ερώτημα: τι ακριβώς επιδιώκουν;
Από τη μία πλευρά, εμφανίζονται ως συμμέτοχοι σε ένα νέο ξεκίνημα, σε μια πολιτική επανεκκίνηση που – όπως δηλώνεται – θέλει να γεννηθεί μέσα στην κοινωνία. Από την άλλη, παραμένουν προσκολλημένοι στο πιο παραδοσιακό και, για πολλούς πολίτες, απαξιωμένο σύμβολο πολιτικής εξουσίας: την καρέκλα της Βουλής.
Αν δεν πρόκειται για πολιτική αντίφαση, τότε τι είναι; Διεκδικούν ρόλο στο νέο σχήμα χωρίς να αποδεσμεύονται από το παλιό. Θέλουν να είναι «μέσα» χωρίς να ρισκάρουν να βρεθούν «εκτός». Επιθυμούν να καταγράψουν πολιτικό κεφάλαιο χωρίς να αναλάβουν το κόστος που αυτό συνεπάγεται.
Και το πιο κρίσιμο: αυτή ακριβώς η στάση δεν είναι που έχει κουράσει, εξοργίσει και απομακρύνει τον κόσμο; Για χρόνια, το πολιτικό σύστημα κατηγορείται – όχι άδικα – για έλλειψη συνέπειας, για διπλά μηνύματα, για πολιτικούς που λένε άλλα και πράττουν άλλα. Η κοινωνία δεν απομακρύνθηκε τυχαία. Η αποχή δεν είναι ατύχημα. Η ενίσχυση των άκρων δεν είναι συγκυριακό φαινόμενο.
Είναι αποτέλεσμα συσσωρευμένης δυσπιστίας.
Και όταν οι πολίτες βλέπουν βουλευτές να «παίζουν σε δύο ταμπλό», να επενδύουν επικοινωνιακά σε ένα νέο πολιτικό εγχείρημα αλλά ταυτόχρονα να αρνούνται να εγκαταλείψουν τα προνόμια της θέσης τους, τότε η δυσπιστία αυτή γίνεται οργή.
Διότι το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: όλα επιτρέπονται, αρκεί να μην υπάρχει προσωπικό κόστος.
Απέναντι σε αυτή την εικόνα, η τοποθέτηση Τσίπρα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Όχι μόνο ως πολιτική επιλογή, αλλά ως ένα είδος «τεστ αξιοπιστίας» για όσους δηλώνουν παρόντες. Θέλεις να συμμετέχεις; Παραιτήσου. Βγες στην κοινωνία. Ρίσκαρε.
Αντί αυτού, ορισμένοι επιλέγουν την ασφαλή οδό της παρουσίας χωρίς δέσμευση.
Και τότε το ερώτημα γίνεται πιο αιχμηρό: είναι αυτό το νέο που υπόσχονται ή είναι η αναπαραγωγή του παλιού με διαφορετικό περιτύλιγμα;
Αν το νέο εγχείρημα θέλει πράγματι να πείσει ότι δεν είναι μια ακόμα πολιτική βιτρίνα, τότε δεν μπορεί να κουβαλάει τις ίδιες πρακτικές που απαξιώθηκαν. Διαφορετικά, δεν θα χρειαστεί καν να το κρίνουν οι αντίπαλοι. Θα το έχει ήδη απορρίψει η κοινωνία.






